Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fray
01
καβγάς, σύρραξη
a loud, disorderly quarrel or brawl involving multiple people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
frays
Παραδείγματα
A fray erupted outside the stadium after the match ended.
Μια συμπλοκή ξέσπασε έξω από το στάδιο μετά το τέλος του αγώνα.
to fray
01
ξεπλέκω, φθείρω
to unravel or become worn at the edges, typically as a result of continuous use or friction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fray
γ΄ ενικό πρόσωπο
frays
ενεστώτα μετοχή
fraying
απλός αόριστος
frayed
παθητική μετοχή
frayed
Παραδείγματα
The cuffs of his jeans fray from constant rubbing against his shoes.
Τα περιθώρια του τζιν του ξεφτίζουν από τη συνεχή τριβή με τα παπούτσια του.
02
ξεφτίζω, εκνευρίζομαι
to become irritable due to prolonged stress
Παραδείγματα
Her patience began to fray after hours of waiting.
Η υπομονή της άρχισε να φθείρεται μετά από ώρες αναμονής.



























