fraught
fraught
frɔ:t
frawt
thoughtmarottewroughtnaught

Ορισμός και σημασία του "fraught"στα αγγλικά

01

γεμάτος, φορτωμένος

accompanied by or involving something undesirable or troublesome 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Their journey was fraught with peril, as they navigated treacherous terrain and unpredictable weather. 

Το ταξίδι τους ήταν γερμένο με κινδύνους, καθώς περνούσαν από επικίνδυνο έδαφος και απρόβλεπτο καιρό.

02

τεταμένος, ανησυχητικός

causing or filled with emotional tension, stress, or anxiety 
Παραδείγματα
Their relationship became increasingly fraught after the argument. 

Η σχέση τους έγινε όλο και πιο τεταμένη μετά τη διαμάχη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store