Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fraught
01
γεμάτος, φορτωμένος
accompanied by or involving something undesirable or troublesome
Παραδείγματα
The negotiations between the two countries were fraught with difficulty, with both sides unwilling to compromise on key issues.
Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο χωρών ήταν γεμάτες δυσκολίες, με τις δύο πλευρές να μην είναι διατεθειμένες να συμβιβαστούν σε βασικά ζητήματα.
02
τεταμένος, ανησυχητικός
causing or filled with emotional tension, stress, or anxiety
Παραδείγματα
The debate grew more fraught as emotions ran high on both sides.
Η συζήτηση έγινε πιο τεταμένη καθώς τα συναισθήματα και από τις δύο πλευρές ήταν έντονα.



























