frantic
fran
ˈfræn
frān
tic
tɪk
tik
manticpedanticsemanticromantic

Ορισμός και σημασία του "frantic"στα αγγλικά

01

φρενίτιδα, πανικόβλητος

greatly frightened and worried about something, in a way that is uncontrollable 
frantic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most frantic
συγκριτικός βαθμός
more frantic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She became frantic when she couldn't find her child in the crowded mall. 

Έγινε εκτός εαυτού όταν δεν μπορούσε να βρει το παιδί της στο γεμάτο εμπορικό κέντρο.

02

πανικόβλητος, φρενήρης

done in a hurried, agitated, or disorganized manner 
Παραδείγματα
They made a frantic effort to finish the project on time. 

Έκαναν μια φρενήρη προσπάθεια να ολοκληρώσουν το έργο εγκαίρως.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store