frank
frank
frænk
frānk
flank

Ορισμός και σημασία του "frank"στα αγγλικά

01

ειλικρινής, άμεσος

direct and honest in expressing oneself, even if some people might find it unpleasant 
frank definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
frankest
συγκριτικός βαθμός
franker
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Shiv appreciated Tom's frank feedback on her presentation, even though it was a bit blunt. 

Η Shiv εκτίμησε την ειλικρινή ανατροφοδότηση του Tom για την παρουσίασή της, αν και ήταν λίγο απότομη.

02

προφανής, σαφής

easily perceived or clearly obvious 
Παραδείγματα
There was a frank difference between the two proposals. 

Υπήρχε μια σαφής διαφορά μεταξύ των δύο προτάσεων.

01

Φράγκος, Φράγκα

a Germanic person who settled in the Roman Empire from the Rhine in the 4th century 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Franks
κύριο
Παραδείγματα
The Franks established powerful kingdoms in what is now France and Germany. 

Οι Φράγκοι ίδρυσαν ισχυρά βασίλεια σε περιοχές που σήμερα είναι η Γαλλία και η Γερμανία.

to frank
01

απαλλάσσω, επιτρέπω τη διέλευση

to exempt or authorize from payment, inspection, or official procedure, typically using an official pass or letter 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
frank
γ΄ ενικό πρόσωπο
franks
ενεστώτα μετοχή
franking
απλός αόριστος
franked
παθητική μετοχή
franked
Παραδείγματα
The diplomat was franked through customs without inspection. 

Ο διπλωμάτης φράνκαρε από τα τελωνεία χωρίς επιθεώρηση.

02

σφραγίζω, κολλώ γραμματόσημο

to mark a letter or package with a postmark or stamp indicating the date and time of mailing 
Παραδείγματα
The office franked all outgoing letters before delivery. 

Το γραφείο σφράγισε όλα τα εξερχόμενα γράμματα πριν από την παράδοση.

Λεξικό Δέντρο

frankish
frankly
frankness
frank
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store