Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anemic
01
αναιμικός, αδύναμος
lacking in strength, energy, and effect
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most anemic
συγκριτικός βαθμός
more anemic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The anemic response to the proposal suggested a lack of interest.
Η αναιμική απάντηση στην πρόταση υποδείκνυε έλλειψη ενδιαφέροντος.
02
αναιμικός
relating to a health condition where a person has a lower than normal number of red blood cells, causing fatigue and weakness
Παραδείγματα
She felt constantly fatigued and weak due to being anemic, with her doctor recommending iron supplements to boost her red blood cell count.
Αισθανόταν συνεχώς κουρασμένη και αδύναμη λόγω του ότι ήταν αναιμική, με τον γιατρό της να συνιστά συμπληρώματα σιδήρου για να αυξήσει τον αριθμό των ερυθρών αιμοσφαιρίων της.



























