Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fragrance
01
άρωμα, ευωδία
a pleasant or sweet-smelling scent or aroma, often used in perfumes, colognes, and other scented products
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fragrances
02
άρωμα, μυρωδιά
a pleasingly sweet olfactory property
Λεξικό Δέντρο
fragrancy
fragrance
fragr



























