Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Foxtrot
01
ο φόξτροτ, ο χορός φόξτροτ
a smooth ballroom dance in 4/4 time with flowing, graceful steps and a slow-quick-quick rhythm
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
foxtrots
Παραδείγματα
The foxtrot is popular in ballroom dance competitions.
Το φόξτροτ είναι δημοφιλές σε διαγωνισμούς χορού αίθουσας.
02
φoξτρoτ, χορός φoξτρoτ
a couple dance music in 4/4 time marked with two slow steps followed by two quick ones
to foxtrot
01
χορεύω φoξτρoτ
dance the foxtrot
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
foxtrot
γ΄ ενικό πρόσωπο
foxtrots
ενεστώτα μετοχή
foxtrotting
απλός αόριστος
foxtrotted
παθητική μετοχή
foxtrotted
Λεξικό Δέντρο
foxtrot
fox
trot



























