fossil oil
Pronunciation
/fˈɑːsəl ˈɔɪl/

Ορισμός και σημασία του "fossil oil"στα αγγλικά

01

ορυκτέλαιο, πετρέλαιο

a dark oil consisting mainly of hydrocarbons
fossil oil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store