fossil
fo
ˈfɑ
φα
ssil
səl
σαλ
/fˈɒsə‍l/

Ορισμός και σημασία του "fossil"στα αγγλικά

01

απολίθωμα, απολιθωμένα λείψανα

the preserved remains or traces of ancient plants, animals, or other organisms found in rock
fossil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fossils
Παραδείγματα
He carefully brushed dirt away from the fossil with a small tool.
Αφαίρεσε προσεκτικά τη βρωμιά από το απολίθωμα με ένα μικρό εργαλείο.
02

απολίθωμα, δεινόσαυρος

someone whose style is out of fashion
01

απολίθωμα, χαρακτηριστικό ενός απολιθώματος

characteristic of a fossil
fossil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fossil
συγκριτικός βαθμός
more fossil
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

fossilist
fossilize
microfossil
fossil
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store