Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to abort
01
διακόπτω, ακυρώνω
to stop and end a process before it finishes
Transitive: to abort a process
Παραδείγματα
He chose to abort the surgery after discovering unforeseen complications.
Επέλεξε να αποβάλει τη χειρουργική επέμβαση αφού ανακάλυψε απρόβλεπτες επιπλοκές.
02
εκτρώω, διακόπτω
to terminate an undesired pregnancy before the fetus reaches a viable age
Transitive: to abort a pregnancy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
abort
γ΄ ενικό πρόσωπο
aborts
ενεστώτα μετοχή
aborting
απλός αόριστος
aborted
παθητική μετοχή
aborted
Παραδείγματα
Advances in medical care have made it safer to abort a pregnancy early.
Οι πρόοδοι στην ιατρική περίθαλψη έχουν κάνει πιο ασφαλή την διακοπή μιας εγκυμοσύνης νωρίς.
03
αποβάλλω, διακόπτω την ανάπτυξη
(of an embryonic organ) to stop developing or fail to reach full growth
Intransitive
Παραδείγματα
The study found that the organism 's reproductive system frequently aborts during infections.
Η μελέτη διαπίστωσε ότι το αναπαραγωγικό σύστημα του οργανισμού αποβολώνει συχνά κατά τη διάρκεια των λοιμώξεων.
Abort
01
ακύρωση, διακοπή
the act of terminating a project or procedure before it is completed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aborts
Λεξικό Δέντρο
abortion
abortive
abort



























