Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fortune
01
περιουσία, πλούτος
a very large sum of money
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fortunes
Παραδείγματα
He inherited a fortune from his grandparents and became one of the wealthiest individuals in the country.
Κληρονόμησε μια περιουσία από τους παππούδες του και έγινε ένα από τα πλουσιότερα άτομα της χώρας.
02
τύχη, επιτυχία
a good thing that happens by chance and is not expected
Παραδείγματα
By sheer fortune, she found a hundred-dollar bill on the sidewalk.
Από καθαρή τυχία, βρήκε ένα εκατοντάδραρο στο πεζοδρόμιο.
Παραδείγματα
The fortune of the business seemed tied to the success of its latest project.
Η τύχη της επιχείρησης φαινόταν να είναι δεμένη με την επιτυχία του τελευταίου της έργου.
Λεξικό Δέντρο
misfortune
fortune



























