Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fortunately
01
ευτυχώς, κατά τύχη
used to express that something positive or favorable has happened or is happening by chance
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Fortunately, the weather cleared up just in time for the outdoor event, allowing it to proceed smoothly.
Ευτυχώς, ο καιρός ξάνοιξε ακριβώς στην ώρα για την εκδήλωση στο ύπαιθρο, επιτρέποντάς της να προχωρήσει ομαλά.
Λεξικό Δέντρο
unfortunately
fortunately
fortunate



























