fortified
for
ˈfɔ:
faw
ti
ti
fied
faɪd
faid
mortified

Ορισμός και σημασία του "fortified"στα αγγλικά

01

οχυρωμένος, ενισχυμένος

secured with bastions or fortifications 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fortified
συγκριτικός βαθμός
more fortified
διαβαθμίσιμο
02

οχυρωμένος, ενισχυμένος

strengthened or reinforced to resist damage or enhance its qualities 
Παραδείγματα
The fortified castle walls provided protection during sieges. 

Οι οχυρωμένες πύλες του κάστρου παρείχαν προστασία κατά τις πολιορκίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store