to forswear
fors
ˈfɔ:s
faws
wear
weə
ve
forebearforeswearfootwear

Ορισμός και σημασία του "forswear"στα αγγλικά

to forswear
01

επίσημα απαρνούμαι, απαρνούμαι με όρκο

to formally reject something, often a belief, behavior, or allegiance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
forswear
γ΄ ενικό πρόσωπο
forswears
ενεστώτα μετοχή
forswearing
απλός αόριστος
forswore
παθητική μετοχή
forsworn
Παραδείγματα
He vowed to forswear violence after years of conflict. 

Ορκίστηκε να αποκηρύξει τη βία μετά από χρόνια σύγκρουσης.

Λεξικό Δέντρο

forswearing
forswear
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store