Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to forswear
01
επίσημα απαρνούμαι, απαρνούμαι με όρκο
to formally reject something, often a belief, behavior, or allegiance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
forswear
γ΄ ενικό πρόσωπο
forswears
ενεστώτα μετοχή
forswearing
απλός αόριστος
forswore
παθητική μετοχή
forsworn
Παραδείγματα
He vowed to forswear violence after years of conflict.
Ορκίστηκε να αποκηρύξει τη βία μετά από χρόνια σύγκρουσης.
Λεξικό Δέντρο
forswearing
forswear



























