to forswear
Pronunciation
/fɔɹˈswɛɹ/

Ορισμός και σημασία του "forswear"στα αγγλικά

to forswear
01

επίσημα απαρνούμαι, απαρνούμαι με όρκο

to formally reject something, often a belief, behavior, or allegiance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
forswear
γ΄ ενικό πρόσωπο
forswears
ενεστώτα μετοχή
forswearing
απλός αόριστος
forswore
παθητική μετοχή
forsworn
Παραδείγματα
He forswore alcohol and committed to a sober lifestyle.
Αυτός απαρνήθηκε το αλκοόλ και δεσμεύτηκε σε ένα νηφάλιο τρόπο ζωής.

Λεξικό Δέντρο

forswearing
forswear
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store