Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to forswear
01
επίσημα απαρνούμαι, απαρνούμαι με όρκο
to formally reject something, often a belief, behavior, or allegiance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
forswear
γ΄ ενικό πρόσωπο
forswears
ενεστώτα μετοχή
forswearing
απλός αόριστος
forswore
παθητική μετοχή
forsworn
Παραδείγματα
He forswore alcohol and committed to a sober lifestyle.
Αυτός απαρνήθηκε το αλκοόλ και δεσμεύτηκε σε ένα νηφάλιο τρόπο ζωής.
Λεξικό Δέντρο
forswearing
forswear



























