Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
formulaic
01
στερεοτυπικός, συμβατικός
following a predictable or established form, pattern, or formula
Παραδείγματα
The marketing campaign 's success was attributed to its formulaic approach in targeting specific demographics.
Η επιτυχία της καμπάνιας μάρκετινγκ αποδόθηκε στην τυποποιημένη προσέγγισή της για την προσέγγιση συγκεκριμένων δημογραφικών.
Λεξικό Δέντρο
formulaic
formula



























