Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
formulaic
01
στερεοτυπικός, συμβατικός
following a predictable or established form, pattern, or formula
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most formulaic
συγκριτικός βαθμός
more formulaic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sitcom's episodes became formulaic after several seasons, following a predictable plot structure.
Τα επεισόδια της κωμικής σειράς έγιναν τυποποιημένα μετά από αρκετές σεζόν, ακολουθώντας μια προβλέψιμη δομή πλοκής.
Λεξικό Δέντρο
formulaic
formula



























