Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Formative
01
μορφοποιητικό, μορφοποιητική μονάδα
minimal language unit that has a syntactic (or morphological) function
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
formatives
formative
01
διαμορφωτικός, πλαστικός
influencing the development or growth of something else, particularly during a crucial period
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most formative
συγκριτικός βαθμός
more formative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The feedback she received from her teachers was formative in improving her writing skills.
Η ανατροφοδότηση που έλαβε από τους δασκάλους της ήταν διαμορφωτική για τη βελτίωση των δεξιοτήτων γραφής της.
02
διαμορφωτικός, δημιουργικός
capable of forming new cells and tissues
Λεξικό Δέντρο
formative
form



























