formative
for
ˈfɔ:
faw
ma
tive
tɪv
tiv
normative

Ορισμός και σημασία του "formative"στα αγγλικά

01

μορφοποιητικό, μορφοποιητική μονάδα

minimal language unit that has a syntactic (or morphological) function 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
formatives
01

διαμορφωτικός, πλαστικός

influencing the development or growth of something else, particularly during a crucial period 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most formative
συγκριτικός βαθμός
more formative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her experiences during childhood were formative in shaping her personality. 

Οι εμπειρίες της κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας ήταν διαμορφωτικές για το χαρακτήρα της.

02

διαμορφωτικός, δημιουργικός

capable of forming new cells and tissues 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store