forgetful
for
fə
fē
get
ˈgɛt
get
ful
fəl
fēl
regretfulfretfulunregretful

Ορισμός και σημασία του "forgetful"στα αγγλικά

01

ξεχασιάρης, αφηρημένος

likely to forget things or having difficulty to remember events 
forgetful definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most forgetful
συγκριτικός βαθμός
more forgetful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
memory, behavior, cognition
Παραδείγματα
She’s been quite forgetful lately, misplacing her keys all the time. 

Έχει γίνει αρκετά ξεχασιάρικα τελευταία, χάνει συνεχώς τα κλειδιά της.

02

απρόσεκτος, αμελής

neglectful or inattentive toward someone or something that requires consideration 
Παραδείγματα
He was forgetful of his promise to call his mother. 

Ήταν ξεχασιάρης για την υπόσχεσή του να τηλεφωνήσει στη μητέρα του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

forgetfully
forgetfulness
forgetful
forget
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store