Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
foreseeable
01
προβλέψιμος, foreseeable
capable of being reasonably predicted
Παραδείγματα
The teacher provided guidance on how to address foreseeable challenges in the project.
Ο δάσκαλος παρείχε καθοδήγηση για το πώς να αντιμετωπίσει τις προβλέψιμες προκλήσεις στο έργο.
Λεξικό Δέντρο
unforeseeable
foreseeable
foresee
fore
see



























