Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
foreseeable
01
προβλέψιμος, foreseeable
capable of being reasonably predicted
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most foreseeable
συγκριτικός βαθμός
more foreseeable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The consequences of climate change are becoming increasingly foreseeable.
Οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής γίνονται όλο και πιο προβλέψιμες.
Λεξικό Δέντρο
unforeseeable
foreseeable
foresee
fore
see



























