forensics
fo
ren
ˈrɛn
ren
sics
sɪks
siks

Ορισμός και σημασία του "forensics"στα αγγλικά

01

εγκληματολογία, επιστήμη εγκληματολογίας

the scientific techniques that help police solve crimes 
forensics definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She majored in forensics science in college in hopes of becoming a crime scene investigator. 

Ειδικεύτηκε στην εγκληματολογία στο πανεπιστήμιο με την ελπίδα να γίνει ερευνήτρια σκηνών εγκλημάτων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store