Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to forego
01
προηγούμαι, προπορεύομαι
to go or to be before someone or something in time or place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
forego
γ΄ ενικό πρόσωπο
foregoes
ενεστώτα μετοχή
foregoing
απλός αόριστος
forewent
παθητική μετοχή
foregone
Παραδείγματα
The initial meeting forewent the series of discussions that led to the final agreement.
Η αρχική συνάντηση προηγήθηκε της σειράς συζητήσεων που οδήγησαν στην τελική συμφωνία.
02
παραιτούμαι, χάνω
lose (s.th.) or lose the right to (s.th.) by some error, offense, or crime
03
παραιτούμαι, εγκαταλείπω
do without or cease to hold or adhere to
Λεξικό Δέντρο
foregoing
forego



























