to forego
fore
fɔ:
faw
go
ˈgəʊ
gew
forgo

Ορισμός και σημασία του "forego"στα αγγλικά

to forego
01

προηγούμαι, προπορεύομαι

to go or to be before someone or something in time or place 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
forego
γ΄ ενικό πρόσωπο
foregoes
ενεστώτα μετοχή
foregoing
απλός αόριστος
forewent
παθητική μετοχή
foregone
Παραδείγματα
The ancient civilizations forewent the current technological advancements by centuries, laying the foundations for future discoveries. 

Οι αρχαίοι πολιτισμοί προηγήθηκαν των σημερινών τεχνολογικών εξελίξεων για αιώνες, θέτοντας τα θεμέλια για μελλοντικές ανακαλύψεις.

02

παραιτούμαι, χάνω

lose (s.th.) or lose the right to (s.th.) by some error, offense, or crime 
03

παραιτούμαι, εγκαταλείπω

do without or cease to hold or adhere to 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store