Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Forecourt
01
προαύλιο, μπροστινή αυλή
a large space in front of a building
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
forecourts
Παραδείγματα
The hotel’s forecourt was lined with blooming flowers and elegant fountains to welcome guests.
Το προαύλιο του ξενοδοχείου ήταν περιστοιχισμένο με ανθισμένα λουλούδια και κομψές βρύσες για να καλωσορίσει τους επισκέπτες.
02
προπορευόμενος χώρος, μπροστινή ζώνη
the area near the front of the court, typically used in tennis and badminton
Παραδείγματα
The forecourt is a crucial area for controlling the pace of the game.
Το forecourt είναι μια κρίσιμη περιοχή για τον έλεγχο του ρυθμού του παιχνιδιού.



























