Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to forbear
01
συγκρατούμαι, απέχω
to hold back from an action or behavior
Transitive: to forbear sth
Παραδείγματα
Respecting the solemnity of the occasion, they forbore smiles during the memorial service.
Σεβαζόμενοι την επισημότητα της περιστάσεως, απέφυγαν να χαμογελούν κατά τη διάρκεια της μνημόσυνης λειτουργίας.
02
απέχω, συγκρατούμαι
to hold back or refrain from an impulse or action
Transitive: to forbear to do sth | to forbear from sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
forbear
γ΄ ενικό πρόσωπο
forbears
ενεστώτα μετοχή
forbearing
απλός αόριστος
forbore
παθητική μετοχή
forborne
Παραδείγματα
During debates, politicians should forbear to make personal attacks.
Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων, οι πολιτικοί θα πρέπει να απέχουν από προσωπικές επιθέσεις.
Λεξικό Δέντρο
forbearance
forbearing
forbear



























