Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to forage
01
αναζητώ τροφή, μαζεύω τροφή
to search for and collect food, typically in natural surroundings such as forests or fields
Intransitive: to forage for food
Παραδείγματα
The bears foraged for berries in the forest, using their keen sense of smell to locate ripe fruit.
Οι αρκούδες έψαχναν για μούρα στο δάσος, χρησιμοποιώντας την οξεία αίσθηση της όσφρησης τους για να εντοπίσουν ώπια φρούτα.
02
αναζητώ τροφή, μαζεύω τροφή
to search an area in order to find food or necessary supplies
Transitive: to forage a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
forage
γ΄ ενικό πρόσωπο
forages
ενεστώτα μετοχή
foraging
απλός αόριστος
foraged
παθητική μετοχή
foraged
Παραδείγματα
The animals foraged the forest for berries and nuts before the winter arrived.
Τα ζώα έψαξαν το δάσος για μούρα και καρπούς πριν φτάσει ο χειμώνας.
Forage
01
ζωοτροφή, αναζήτηση τροφής
the act of searching for food and provisions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
χορτονομή, τροφή για ζώα
bulky food like grass or hay for browsing or grazing horses or cattle



























