footwork
foot
ˈfʊt
foot
work
wɜ:k
vēk
footmark

Ορισμός και σημασία του "footwork"στα αγγλικά

01

κίνηση των ποδιών, τεχνική ποδιών

the skillful movement and positioning of the feet to enhance performance and maintain balance in dancing or in sports, especially in boxing and soccer 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
footworks
Παραδείγματα
The boxer's excellent footwork allowed him to dodge punches and counterattack effectively. 

Η εξαιρετική κίνηση των ποδιών του πυγμάχου του επέτρεψε να αποφεύγει γροθιές και να αντεπιτίθεται αποτελεσματικά.

02

πόδι, επιδέξια μεταχείριση

skillful maneuvering or dealing 

Λεξικό Δέντρο

footwork

foot

+

work

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store