Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Footprint
01
πατημασιά, ίχνος παπουτσιού
a mark of a foot or shoe on a surface
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
footprints
02
αποτύπωμα, κατεχόμενη επιφάνεια
the area taken up by some object
03
πατημασιά, ίχνος
a trace suggesting that something was once present or felt or otherwise important
Λεξικό Δέντρο
footprint
foot



























