footpath
foot
ˈfʊt
foot
path
pɑ:θ
paath
footbath

Ορισμός και σημασία του "footpath"στα αγγλικά

01

μονοπάτι, πεζοδρόμιο

a narrow path for people to walk along, often found in rural or suburban areas 
footpath definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
footpaths
Παραδείγματα
They discovered wildflowers along the footpath. 

Ανακάλυψαν αγριολούλουδα κατά μήκος του μονοπατιού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store