Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Footpath
01
μονοπάτι, πεζοδρόμιο
a narrow path for people to walk along, often found in rural or suburban areas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
footpaths
Παραδείγματα
They strolled along the scenic footpath by the river.
Περπατούσαν κατά μήκος του γραφικού μονοπατιού δίπλα στο ποτάμι.
Λεξικό Δέντρο
footpath
foot
path



























