footnote
Pronunciation
/ˈfʊtˌnoʊt/

Ορισμός και σημασία του "footnote"στα αγγλικά

01

υποσημείωση, σημείωση υποσέλιδου

an extra piece of information that is placed at the bottom of a printed page
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
footnotes
Παραδείγματα
The professor encouraged students to utilize footnotes to acknowledge sources and provide further explanations in their essays.
Ο καθηγητής ενθάρρυνε τους μαθητές να χρησιμοποιούν υποσημειώσεις για να αναγνωρίζουν τις πηγές και να παρέχουν περαιτέρω εξηγήσεις στα δοκίμιά τους.
to footnote
01

προσθέτω υποσημείωση, σχολιάζω με σημειώσεις

to add explanatory or critical notes to a text for clarification or reference
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
footnote
γ΄ ενικό πρόσωπο
footnotes
ενεστώτα μετοχή
footnoting
απλός αόριστος
footnoted
παθητική μετοχή
footnoted
Παραδείγματα
The textbook was thoroughly footnoted for clarity.
Το εγχειρίδιο ήταν εξονυχιστικά σχολιασμένο για σαφήνεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store