Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Footer
01
πεζός, περιπατητής
a person who travels by foot
02
υποσέλιδο, footer
a printed note placed below the text on a printed page
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
footers
03
πόδι (μονάδα μέτρησης), ύψος σε πόδια
(used only in combinations) the height or length of something in feet
to footer
01
σπαταλώ χρόνο, τεμπελιάζω
(Irish) to waste time or fuss about without achieving anything
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
footer
γ΄ ενικό πρόσωπο
footers
ενεστώτα μετοχή
footering
απλός αόριστος
footered
παθητική μετοχή
footered
Παραδείγματα
We footered around the garden instead of starting the work.
Σπαταλήσαμε χρόνο στον κήπο αντί να ξεκινήσουμε τη δουλειά.
Λεξικό Δέντρο
footer
foot



























