foothold
foot
fʊt
foot
hold
həʊld
hewld

Ορισμός και σημασία του "foothold"στα αγγλικά

01

σημείο στήριξης, πρώτο βήμα

an early achievement paves the way for future progress 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
footholds
Παραδείγματα
Her first published article provided a foothold for a successful writing career. 

Το πρώτο της δημοσιευμένο άρθρο παρείχε ένα σημείο στήριξης για μια επιτυχημένη καριέρα συγγραφέα.

02

σημείο στήριξης, βάση για το πόδι

a place providing support for the foot in standing or climbing 
03

γεφυροκέφαλο, σημείο στήριξης

an area in hostile territory that has been captured and is held awaiting further troops and supplies 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store