footage
foo
ˈfʊ
foo
tage
tɪʤ
tij

Ορισμός και σημασία του "footage"στα αγγλικά

01

πλάνα, ακολουθίες

the raw material that is filmed by a video or movie camera 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The security footage helped identify the thief. 

Το υλικό ασφαλείας βοήθησε στην αναγνώριση του κλέφτη.

02

τιμή ανά γραμμικό πόδι, χρέωση ανά γραμμικό πόδι

a rate of charging by the linear foot of work done 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

footage
foot
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store