foot traffic
foot
ˈfʊt
φουτ
tra
træ
τραι
ffic
fɪk
φικ
/ˈfʊt ˌtræfɪk/

Ορισμός και σημασία του "foot traffic"στα αγγλικά

01

πεζική κυκλοφορία, ροή πελατών

the number of visitors or tourists to a shop or place during a specific period
Dialectamerican flagAmerican
footfallbritish flagBritish
Παραδείγματα
The street vendors set up their stalls along the busy sidewalk to attract foot traffic and potential customers.
Οι πλανόδιοι πωλητές στήνουν τα περίπτερά τους κατά μήκος του πολυσύχναστου πεζοδρομίου για να προσελκύσουν πεζή κυκλοφορία και πιθανούς πελάτες.
02

πεζοπορική κίνηση, ροή πεζών

people moving on foot in a given area, street, or public space
Παραδείγματα
Heavy foot traffic caused wear on the park's pathways.
Η έντονη κίνηση πεζών προκάλεσε φθορά στις διαδρομές του πάρκου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store