food
food
fud
food
flood

Ορισμός και σημασία του "food"στα αγγλικά

01

τροφή, φαγητό

things that people and animals eat, such as meat or vegetables 
food definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
foods
Παραδείγματα
He enjoyed trying new foods while traveling abroad. 

Απολάμβανε να δοκιμάζει νέα τρόφιμα ενώ ταξίδευε στο εξωτερικό.

02

τροφή, φαγητό

any solid substance (as opposed to liquid) that is used as a source of nourishment 
food definition and meaning
03

πνευματική τροφή, τροφή για τη σκέψη

anything that provides mental stimulus for thinking 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

foodless
food
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store