Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Follower
01
ακόλουθος, follower
a person who follows an account on social media
Παραδείγματα
She gained a lot of followers after posting her travel photos.
Κέρδισε πολλούς ακόλουθους αφού δημοσίευσε τις φωτογραφίες ταξιδιού της.
02
οπαδός, ακόλουθος
someone who respects, supports, and believes in a certain individual or system of ideas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
followers
Παραδείγματα
He was a devoted follower of Buddha, practicing meditation daily.
Ήταν ένας αφοσιωμένος ακόλουθος του Βούδα, πράττοντας διαλογισμό καθημερινά.
03
ακόλουθος, καταδιώκτης
someone who moves behind or pursues another person or group
Παραδείγματα
The knight noticed a follower trailing him through the forest.
Ο ιππότης παρατήρησε έναν ακόλουθο που τον ακολουθούσε μέσα στο δάσος.
Λεξικό Δέντρο
follower
follow



























