Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Anchorperson
01
παρουσιαστής, εκφωνητής
a television reporter who coordinates a broadcast to which several correspondents contribute
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
anchorpersons
Λεξικό Δέντρο
anchorperson
anchor
person



























