Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
folding
01
πτυσσόμενος, διπλωτός
designed in a way that can be folded or bent so it takes up less space
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most folding
συγκριτικός βαθμός
more folding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The folding chair was easy to store when not in use.
Η πτυσσόμενη καρέκλα ήταν εύκολη στην αποθήκευση όταν δεν χρησιμοποιούνταν.
Folding
01
δίπλωμα, πτύχωση
the action or process of bending or creasing something over
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
foldings
Παραδείγματα
The folding of the map made it fit into his pocket.
Η πτύχωση του χάρτη του επέτρεψε να χωρέσει στην τσέπη του.
02
δίπλωμα, πτύχωση
the process by which a protein or polypeptide chain assumes its functional three-dimensional structure
Παραδείγματα
Protein folding is critical for enzymatic activity.
Η δίπλωση των πρωτεϊνών είναι κρίσιμη για τη δραστηριότητα των ενζύμων.
03
πτύχωση, δίπλωμα
(in geology) the bending or deformation of rock layers due to compressional forces
Παραδείγματα
Folding bends rock layers, forming wrinkles in the Earth's crust.
Η πτύχωση λυγίζει τα στρώματα των βράχων, σχηματίζοντας ρυτίδες στο φλοιό της Γης.
Λεξικό Δέντρο
folding
fold



























