Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Folder
01
φάκελος, θηκάρι
a cover made of plastic or folded card in which documents or pieces of paper can be kept
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
folders
Παραδείγματα
She organized her research papers into different folders labeled by topic for easy reference.
Οργάνωσε τα ερευνητικά της έγγραφα σε διαφορετικούς φάκελους με ετικέτες ανά θέμα για εύκολη αναφορά.
1.1
φάκελος, κατάλογος
a digital location on a computer used to organize and store files together
Παραδείγματα
Save the document in the project folder.
Αποθηκεύστε το έγγραφο στον φάκελο του έργου.
02
φυλλάδιο, μπροσούρα
a small booklet, often with a paper cover, used for brief printed material such as pamphlets or brochures
Παραδείγματα
The tourist folder listed all the city's main attractions.
Ο τουριστικός φάκελος απαριθμούσε όλα τα κύρια αξιοθέατα της πόλης.
Λεξικό Δέντρο
folder
fold



























