Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ancestry
01
καταγωγή, γένος
the people from whom a person is descended
Παραδείγματα
The ancestry of the family can be seen in old portraits.
Η καταγωγή της οικογένειας μπορεί να φανεί στα παλιά πορτρέτα.
02
προέλευση, γενεαλογία
inherited traits or properties shared with others in one's bloodline
Παραδείγματα
Intelligence can be influenced by ancestry as well as environment.
Η νοημοσύνη μπορεί να επηρεαστεί από την καταγωγή καθώς και από το περιβάλλον.
Λεξικό Δέντρο
ancestry
ancest



























