Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fly high
01
πετώ ψηλά, βρίσκομαι στην κορυφή της επιτυχίας
to be experiencing great success
Παραδείγματα
After the release of their latest album, the band has been flying high, topping charts around the world.
Μετά την κυκλοφορία του τελευταίου τους άλμπουμ, το συγκρότημα πετάει ψηλά, κορυφώνοντας τα τσαρτ σε όλο τον κόσμο.
02
πετώ ψηλά, είμαι στον έβδομο ουρανό
to feel great happiness, excitement, or elation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
high
βασικό ρήμα
fly
ενεστώτας
fly high
γ΄ ενικό πρόσωπο
flies high
ενεστώτα μετοχή
flying high
απλός αόριστος
flew high
παθητική μετοχή
flown high
Παραδείγματα
She flew high after receiving the award.
Ένιωσε στην έβδομη ουράνια μετά τη λήψη του βραβείου.



























