Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fly high
01
πετώ ψηλά, βρίσκομαι στην κορυφή της επιτυχίας
to be experiencing great success
Παραδείγματα
The company has been flying high ever since they launched their innovative new product line.
Η εταιρεία πετάει ψηλά από τότε που ξεκίνησε την καινοτόμο γραμμή προϊόντων της.
02
πετώ ψηλά, είμαι στον έβδομο ουρανό
to feel great happiness, excitement, or elation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
high
βασικό ρήμα
fly
ενεστώτας
fly high
γ΄ ενικό πρόσωπο
flies high
ενεστώτα μετοχή
flying high
απλός αόριστος
flew high
παθητική μετοχή
flown high
Παραδείγματα
He flew high when his novel became a bestseller.
Αυτός πέταξε ψηλά όταν το μυθιστόρημά του έγινε bestseller.



























