anatomical
a
ˌæ
ā
na
to
ˈtɒ
to
mi
mi
cal
kəl
kēl

Ορισμός και σημασία του "anatomical"στα αγγλικά

anatomical
01

ανατομικός, σχετικός με τη δομή του σώματος

related to the structure or study of the body and its parts 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The anatomical model displayed the internal organs of the human body. 

Το ανατομικό μοντέλο εμφάνιζε τα εσωτερικά όργανα του ανθρώπινου σώματος.

02

ανατομικός

of or relating to the branch of morphology that studies the structure of organisms 
01

ανατομικός

an expression that relates to anatomy 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
anatomicals

Λεξικό Δέντρο

anatomically
anatomical
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store