Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flummox
01
μπερδεύω, συγχύζω
to completely confuse someone
Transitive: to flummox sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flummox
γ΄ ενικό πρόσωπο
flummoxes
ενεστώτα μετοχή
flummoxing
απλός αόριστος
flummoxed
παθητική μετοχή
flummoxed
Παραδείγματα
The intricate riddles in the scavenger hunt flummoxed the participants, making it challenging for them to solve.
Οι περίπλοκοι γρίφοι στο κυνήγι θησαυρού μπέρδεψαν τους συμμετέχοντες, κάνοντάς τους δύσκολο να τους λύσουν.



























