abolitionist
a
ˌæ
ā
bo
li
ˈlɪ
li
tio
ʃə
shē
nist
nɪst
nist
abortionist

Ορισμός και σημασία του "abolitionist"στα αγγλικά

01

καταργητής, υποστηρικτής της κατάργησης

a person who advocates for the complete elimination of something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
abolitionists
Παραδείγματα
Many abolitionists risked their lives and faced persecution for their beliefs in the pursuit of justice and equality. 

Πολλοί καταργητές ρισκάραν τις ζωές τους και αντιμετώπισαν διωγμούς για τις πεποιθήσεις τους στην αναζήτηση δικαιοσύνης και ισότητας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

abolitionist
abolition
abolish
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store