Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fluff
01
αφραίνω, κάνω μαλακό
to make something soft and puffy, often by shaking or arranging it for added volume
Transitive: to fluff sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
fluff
γ΄ ενικό πρόσωπο
fluffs
ενεστώτα μετοχή
fluffing
απλός αόριστος
fluffed
παθητική μετοχή
fluffed
Παραδείγματα
After washing and drying, the towel was fluffed to make it soft and absorbent.
Μετά το πλύσιμο και το στέγνωμα, η πετσέτα αφρατέψει για να γίνει μαλακή και απορροφητική.
02
αποτυγχάνω πλήρως, καταστρέφω
to completely fail at doing or achieving something
Transitive: to fluff a task or activity
Παραδείγματα
Despite hours of preparation, the candidate fluffed his interview by stumbling over basic questions.
Παρά ώρες προετοιμασίας, ο υποψήφιος απέτυχε στη συνέντευξή του με το να σκοντάψει σε βασικές ερωτήσεις.
Fluff
01
μια fluff, μια θηλυκή λεσβία
a lesbian who presents herself in a feminine way
αργκό
Παραδείγματα
That fluff wore a cute dress and bright lipstick.
02
χνούδι, ελαφρύ και μαλακό υλικό
any light downy material
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
03
λάθος, λήθη κειμένου
a blunder (especially an actor's forgetting the lines)
04
ασήμαντο πράγμα, μικροπράγμα
something of little value or significance



























