Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flowering
01
άνθιση, ανθοφορία
the time and process of budding and unfolding of blossoms
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
άνθιση, ανάπτυξη
a process during which development happens
flowering
01
ανθισμένος, σε άνθος
having a flower or bloom
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flowering
συγκριτικός βαθμός
more flowering
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
plants, biology, growth
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
flowering
flower



























