Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flout
01
παραβλέπω, αψηφώ
to openly ignore or disobey something, showing disrespect by not following rules or standards
Transitive: to flout rules or standards
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
flout
γ΄ ενικό πρόσωπο
flouts
ενεστώτα μετοχή
flouting
απλός αόριστος
flouted
παθητική μετοχή
flouted
Παραδείγματα
The rebellious teenager chose to flout the rules of the school.
Ο επαναστατικός έφηβος επέλεξε να παραβιάσει τους κανόνες του σχολείου.
02
χλευάζω ανοιχτά, κοροϊδεύω
to openly mock or ridicule someone or something with disdain or contempt
Intransitive: to flout at sb/sth
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
He flouted at the idea of working overtime, dismissing it as unnecessary.
Κορόιδεψε την ιδέα της υπερωριακής εργασίας, απορρίπτοντάς την ως αχρείαστη.
Λεξικό Δέντρο
flouter
flout



























