flooded
floo
ˈflʌ
fla
ded
dɪd
did
floored

Ορισμός και σημασία του "flooded"στα αγγλικά

01

πλημμυρισμένος, καλυμμένος με νερό

covered with water 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flooded
συγκριτικός βαθμός
more flooded
διαβαθμίσιμο
02

πλημμυρισμένος, γεμάτος

filled to excess, often with something undesirable or overwhelming 
Παραδείγματα
The streets were flooded with protesters after the announcement. 

Οι δρόμοι πλημμύρισαν με διαδηλωτές μετά την ανακοίνωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store