Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flooded
01
πλημμυρισμένος, καλυμμένος με νερό
covered with water
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most flooded
συγκριτικός βαθμός
more flooded
διαβαθμίσιμο
02
πλημμυρισμένος, γεμάτος
filled to excess, often with something undesirable or overwhelming
Παραδείγματα
The camp was flooded with volunteers offering help.
Το κάμπ πλημμύρισε με εθελοντές που προσέφεραν βοήθεια.
Λεξικό Δέντρο
flooded
flood



























