Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flipper
01
πτερύγιο, παλάμη
a broad flat limb without any fingers that is used for swimming by some sea animals such as seals, turtles, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flippers
02
πτερύγιο
a rubber shoe that is flat and has an expanded front paddle that enables one to swim faster
Λεξικό Δέντρο
flipper
flip



























