Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flight attendant
01
αεροσυνοδός, επιμελήτρια πτήσης
a person who works on a plane to bring passengers meals and take care of them
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flight attendants
Παραδείγματα
She's been working as a flight attendant for ten years, enjoying the opportunity to travel.
Δουλεύει ως αεροσυνοδός για δέκα χρόνια, απολαμβάνοντας την ευκαιρία να ταξιδεύει.



























