Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flasher
01
φλας, συσκευή φλας
a device that flashes light briefly, often used to signal or alert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flashers
02
φλας, ρελέ φλας
an electrical part in a vehicle that manages the blinking of turn signals and emergency lights
Παραδείγματα
She replaced the flasher unit to fix the rapid blinking of her car's turn signals.
Αντικατέστησε τη συσκευή αναβοσβήσεως για να διορθώσει τη γρήγορη αναβοσβήση των φλας του αυτοκινήτου της.
03
εκθεσιακός, φλασέρ
a person who repeatedly exposes their private parts in public
Παραδείγματα
The flasher was caught at the park.
Ο φλασέρ συνελήφθη στο πάρκο.
Λεξικό Δέντρο
flasher
flash



























